*Του Παύλου Γερολάνου

Η ελληνική κυβέρνηση βρίσκεται σε ευνοϊκή θέση: αναγνωρίζεται διεθνώς για τους χειρισμούς της, χαίρει της εκτίμησης της πλειοψηφίας, κρατάει όλη την εξουσία στα χέρια της ενόψει ενδεχόμενων πρόωρων εκλογών και έχει περιθώριο να ξοδέψει χρήματα. Χρήματα όμως που πρέπει να δανειστεί.

Το ερώτημα είναι, τι θα τα κάνει; Υπάρχουν δύο προσεγγίσεις: Η Δημοκρατική και η ΠατερναλιστικήΠατερναλιστική προσέγγιση είναι αυτή στην οποία οι κυβερνώντες χρησιμοποιούν την πολιτική κυριαρχία τους για να καθορίσουν, με συνοπτικές διαδικασίες, ποιος και πώς θα στηριχθεί ή ποιος και τι θα αφεθεί στην τύχη του. Δημοκρατική προσέγγιση είναι αυτή στην οποία η εξουσία συντονίζει μια ευρεία διαβούλευση ώστε η κοινωνία να καθορίσει τις προτεραιότητές της και να συνδιαμορφώσει το μέλλον της.

Οι υποστηρικτές της Πατερναλιστικής προσέγγισης διατείνονται ότι θα φέρει γρήγορα αποτελέσματα, συνήθως οικονομικά.

Οι υποστηρικτές της Δημοκρατικής προσέγγισης διατείνονται ότι θα αποφέρει μακροπρόθεσμα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτισμικά οφέλη, αρκετά μεγαλύτερα από τις «γρήγορες νίκες» της πρώτης προσέγγισης. Χρειαζόμαστε μία μίξη των δύο με αυστηρές προδιαγραφές.

Η πρώτη προσέγγιση, χωρίς διαφάνεια και λογοδοσία, θα οδηγήσει σε ενίσχυση των ισχυρών και η δεύτερη, χωρίς συγκεκριμένους στόχους και χρονοδιαγράμματα, σε οικονομική παράλυση. Ας πάρουμε ένα παράδειγμα. Μεταξύ τού να στηριχθεί ο τουρισμός ήλιου και θάλασσας στη Μύκονο και να αναπτυχθεί ο ιατρικός τουρισμός στη Θράκη, η Μύκονος κερδίζει σήμερα τη μάχη.  Διότι, η Μύκονος ξέρει να φέρνει τουρίστες, η οικονομική τους επιρροή είναι άμεση και προβλέψιμη, το κράτος και οι τράπεζες θα ανταγωνιστούν να της δώσουν λεφτά. Ο ιατρικός τουρισμός στη Θράκη θα μπορούσε να δημιουργήσει θέσεις εργασίας σε μια από τις πιο φτωχές περιοχές της Ευρώπης, θα μπορούσε να κρατήσει στη χώρα μας γιατρούς και νοσηλευτές που τώρα φεύγουν στο εξωτερικό, θα μπορούσε να προσελκύσει χιλιάδες ασθενείς από τα Βαλκάνια και την Ευρώπη και θα μπορούσε να δημιουργήσει γνώση και υποδομές που χρειαζόμαστε επιτακτικά.  Όμως θα πάρει καιρό, φαντασία και την πεποίθηση ότι η Ελλάδα χρειάζεται ένα νέο παραγωγικό μοντέλο ανάπτυξης με προοπτική. Όπως έχουν σήμερα τα πράγματα, κανείς δεν θα ασχοληθεί με τη Θράκη. Οι συνθήκες για επενδύσεις με μακροχρόνια προοπτική γίνονται χειρότερες και από μια άλλη άποψη.

Οι έχοντες οικονομική δύναμη έχουν πολιτική πρόσβαση.  Ακόμα και αν θέλει μια κυβέρνηση να βάλει χρήματα στο πλάι για επενδύσεις σε λιγότερο αναπτυγμένες περιοχές της Ελλάδας ή κλάδους με μεγάλη κοινωνική αξία, θα πιεστεί από αυτούς στους οποίους χρωστάει προεκλογική στήριξη και υποσχέσεις. Ο συνδυασμός των βραχυπρόθεσμων απαιτήσεων της οικονομίας με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των φίλων της κυβέρνησης καθιστά την επένδυση στο μέλλον απόμακρο εγχείρημα. Τι μπορεί να γίνει;

Η κυβέρνηση χρειάζεται άμεσα να μειώσει τις προσδοκίες που έχει δημιουργήσει στους έχοντες που έχασαν πρόσκαιρα εισοδήματα, να αγοράσει χρόνο και να διατηρήσει την κοινωνική συνοχή.  Να ενισχύσει δηλαδή κοινωνικές ομάδες που η πανδημία επιβάρυνε δραματικά όπως τους εποχικούς εργαζόμενους, τους μικροεπιχειρηματίες που έκαναν πρόσφατες επενδύσεις, τους ανθρώπους που πλήρωναν τα δάνειά τους και τώρα είναι «κόκκινοι».  Αυτές τις αποφάσεις πρέπει να τις πάρει γρήγορα και αποφασιστικά. Την ίδια ώρα όμως, να ανοίξει έναν ευρύ διάλογο που να αφορά τη δημιουργία κοινωνικού, πολιτισμικού και οικονομικού πλούτου στην Ελλάδα σε μια σειρά από θεματικές.

Το κλειδί, σε αυτόν τον διάλογο, είναι να συμμετέχουν τόσο φίλιες στην κυβέρνηση δυνάμεις όσο και αυτές που στηρίζουν άλλες προσεγγίσεις. Τόσο από πολιτικούς και οικονομικούς κύκλους, όσο και από κοινωνικές ομάδες που έχουν κάτι να κερδίσουν ή να χάσουν από τις όποιες επιλογές κάνουμε. Η διαδικασία είναι αναμφίβολα καινοτόμα και επίπονη. Τα αποτελέσματά της όμως θα χτίσουν γερά θεμέλια για την επόμενη μέρα της ελληνικής κοινωνίας. Σε περίοδο κρίσης αυτό θα πρέπει να είναι και η πρώτη μας προτεραιότητα.

Οι θεματικές που προτείνω χωρίζονται σε τέσσερις ενότητες:

Η πρώτη ενότητα αφορά στην Παιδεία, την Υγεία και τον Πολιτισμό.  Πώς μπορούμε να παρέχουμε αυτά τα κοινωνικά αγαθά σε κάθε Έλληνα και Ελληνίδα που τα χρειάζεται και πώς θα μπορούσαν να γίνουν πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας.

Η δεύτερη ενότητα αφορά κοινωνικές ομάδες που έδειξαν στην κρίση πόσο ευάλωτες είναι και πόση δυναμική διαθέτουν: νέοι, ηλικιωμένοι, κοινωνικά και γεωγραφικά απομονωμένοι.

Η τρίτη ενότητα αφορά κλάδους της οικονομίας που συνεισφέρουν στο εισόδημα πολλών Ελληνικών οικογενειών: Τον κλάδο της ενέργειας και πώς μπορούμε να επισπεύσουμε την δημιουργία ενεργειακών κοινοτήτων.  Τον κλάδο του τουρισμού και πώς μπορούμε να τον αναπτύξουμε εκεί που έχει προοπτική.  Τον κλάδο του εμπορίου και πώς μπορεί η Ελλάδα να γίνει κόμβος λόγο της γεωγραφικής της θέσης. Τον αγροδιατροφικό κλάδο και πώς μπορούμε να ενισχύσουμε τη σύνδεση της Ελλάδας με την ποιοτική και υγιεινή διατροφή: η κρητική δίαιτα και τα τρία ελληνικά προϊόντα που σήμερα είναι διεθνώς ταυτισμένα με την ποιότητα (γιαούρτι, λάδι, ψάρι) μας δίνουν ένα σημαντικό προβάδισμα.

Ένας τέταρτος κύκλος αφορά εργαλεία ανάπτυξης και συνδέεται με τους τρεις προηγούμενους: τεχνολογία και τράπεζες.  Η επένδυση σε αυτούς τους τομείς θα πρέπει να γίνει με γνώμονα την στήριξη των άλλων στόχων. Θα είναι αδιανόητο αν, για μια ακόμα φορά, αγοράσουν οι έλληνες φορολογούμενοι εργαλεία τα οποία δεν έχουν τη δυνατότητα να αξιοποιήσουν για την επίτευξη εθνικών στρατηγικών. Γύρω από αυτές τις 4 ενότητες και 12 θεματικές, η κυβέρνηση θα πρέπει να χτίσει «κοινότητες ενδιαφερομένων» (stakeholder communities) με ξεκάθαρη ατζέντα: τον ρόλο του κράτους στη δημιουργία νέων αγορών. Αγορές που εξυπηρετούν άμεσες οικονομικές ανάγκες και μακροπρόθεσμους κοινωνικούς στόχους. Η εποχή που το κράτος δημιουργούσε δημόσιες εταιρίες έχει παρέλθει.

Επίσης έχει παρέλθει η εποχή που περιμέναμε τις ιδιωτικές επιχειρήσεις να έχουν τη διορατικότητα να προβλέψουν και να εξυπηρετήσουν κοινωνικές μας ανάγκες.  Βρισκόμαστε σε μια νέα εποχή όπου στόχος όλων μας πρέπει να γίνει η δημιουργία νέων αγορών από τις οποίες προσβλέπουμε οικονομικό, πολιτισμικό και κοινωνικό πλούτο δίκαια μοιρασμένο. Οι νέες αγορές απαιτούν και νέες πολιτικές προσεγγίσεις. Σε αυτή την προσπάθεια το κράτος και οι θεσμοί έχουν ρόλο διαμεσολαβητή/επιδιαιτητή (facilitator). Η ελεύθερη αγορά έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα ικανή να καθορίζει την εμπορική αξία αγαθών.  Δεν έχει καταφέρει όμως να δημιουργεί πλούτο εκεί που υπάρχουν προβληματικές τράπεζες, καταρτισμένο αλλά όχι φθηνό ανθρώπινο δυναμικό, ελλιπής γνώση και εμπειρία.  Σε αυτές τις περιπτώσεις θα χρειαστεί να συσπειρώσουμε όλες μας τις δυνάμεις και τη φαντασία και το κράτος μπορεί να ενορχηστρώσει τη διαδικασία. Η ιδιωτική πρωτοβουλία θα κρίνει σε ποιες θα συμμετέχει.

Το κράτος, βραχυπρόθεσμα και με ιδιωτικά κριτήρια, θα μπορεί να επενδύσει εκεί που οι ιδιώτες διστάζουν. Μπορεί μια τέτοια προσέγγιση να φέρει μακροχρόνια και αειφόρα αποτελέσματα στην Ελλάδα;  Μπορεί. Για να πετύχει όμως θα χρειαστεί ανθρώπους με βαθιά πίστη στον Έλληνα και τις δυνατότητές του, βαθιά πίστη στη δημοκρατία και στον διάλογο και πραγματική θεώρηση ότι η ηγεσία πρέπει να συντονίζει και όχι να επιβάλλεται στην κοινωνία.  Αν η πολιτική επιβολή ήταν η σωστή αντίδραση για την έγκαιρη αντιμετώπιση της πανδημίας, η δημοκρατική ενορχήστρωση του συνόλου των δυνάμεων της κοινωνίας είναι το θεμέλιο για την επόμενη μέρα. Είναι δύσκολο να αλλάξεις όταν νιώθεις επιτυχημένος, αλλά εκεί φαίνεται αν έχεις ηγετικές ικανότητες.

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Protagon.gr