Ο διοικητής της ΤτΕ Γιάννης Στουρνάρας προβλέπει ύφεση της τάξης του 9,4% για το 2020, λόγω της πανδημίας του κορονοϊού, που ήδη έχει «γονατίσει» την αγορά.

Ύφεση που θα υπερβαίνει το 7,5% και θα προσεγγίζει το 9,4% βλέπει για το 2020 η Τράπεζα της Ελλάδος, λόγω του δεύτερου κύματος της πανδημίας. Αυτό ανάφερε ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας σε συνέντευξη που παραχώρησε στα Νέα Σαββατοκύριακο.

Όπως είπε, το Σεπτέμβριο η Τράπεζα της Ελλάδος αναθεώρησε το βασικό της σενάριο εκτιμώντας πτώση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 7,5% το 2020 έναντι αρχικής πρόβλεψης για πτώση κατά 5,8% τον Ιούνιο του 2020.

Σύμφωνα τον κεντρικό τραπεζίτη, η έλευση του δεύτερου κύματος της πανδημίας στη χώρα, παρότι δεν παρατηρείται μια γεωμετρική άνοδος των κρουσμάτων, αναμένεται να επιδεινώσει την πορεία της οικονομίας το τέταρτο τρίμηνο περισσότερο του αναμενομένου, με αποτέλεσμα την περαιτέρω προς τα πάνω αναθεώρηση της ύφεσης για το σύνολο του 2020.

Δυσμενές σενάριο η επιδείνωση της πανδημίας

«Μια ενδεχόμενη επιδείνωση της πανδημίας που θα συνοδευόταν από περισσότερο περιοριστικά μέτρα το τέταρτο τρίμηνο του 2020 θα μπορούσε να φέρει την οικονομία πιο κοντά στο δυσμενές σενάριο των προβλέψεων της Τράπεζας της Ελλάδος, δηλαδή πτώση της δραστηριότητας κατά 9,4% το 2020 και πιο ισχνή ανάκαμψη το 2021», είπε σχετικά.

Για το 2021 είπε πως υπάρχει σημαντική αβεβαιότητα, που θα συνεχίζεται μέχρι να παραχθούν εμβόλια και φάρμακα για τον κορονοϊό, ωστόσο παραμένει το βασικό σενάριο της Τράπεζας της Ελλάδος για σημαντική ανάκαμψη το 2021, η οποία θα υποστηριχθεί από τα επεκτατικά μέτρα που ανακοίνωσε η κυβέρνηση τον Σεπτέμβριο και από την εισροή ευρωπαϊκών πόρων.

«Η κυβέρνηση έχει λάβει εγκαίρως επαρκή μέτρα μετριάζοντας την εξάπλωση της πανδημίας και συμβάλλοντας στην ταχεία επανέναρξη της λειτουργίας της οικονομίας. Φυσικά, σε περίπτωση που η οικονομία βρεθεί σε ένα δυσμενές σενάριο, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο επιπλέον έκτακτων και στοχευμένων δημοσιονομικών παρεμβάσεων, χωρίς όμως να διακυβεύεται η δημοσιονομική σταθερότητα. Σε οικονομίες με υψηλό δημόσιο χρέος, ο συνδυασμός μεγάλων δημοσιονομικών ελλειμμάτων και αργής ανάκαμψης οδηγεί αναπόφευκτα σε αυξημένα ρίσκα βιωσιμότητας της δυναμικής του χρέους, με αρνητικές επιδράσεις στις μεσο-μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές», τόνισε.