Κρίσιμες συναντήσεις που άπτονται των εθνικών μας θεμάτων και του γεωστρατηγικού ρόλου που προσδοκά να παίξει η Ελλάδα ως η μοναδική σταθεροποιητική δύναμη της περιοχής, αναμένεται να έχει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στη Νέα Υόρκη όπου θα βρεθεί 24-27 Σεπτεμβρίου για την Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ.

Τα τετ α τετ που έχουν «κλειδώσει» ή είναι στο τελικό στάδιο οι διπλωματικές διεργασίες μέχρι στιγμής είναι με τον Τούρκο Πρόεδρο Ταγίπ Ερντογάν, τον Αμερικανό Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ αλλά και με τον Ζόραν Ζάεφ και τον Έντι Ράμα, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές με τις οποίες συνομίλησε το Newpost.gr.

Οι συναντήσεις αυτές είναι σε συνέχεια της υλοποίησης ενός στρατηγικού σχεδιασμού του πρωθυπουργικού γραφείου. Είχαν προηγηθεί τα ταξίδια του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Παρίσι με Εμμανουέλ Μακρόν, στο Βερολίνο με Άνγκελα Μέρκελ και Χάγη με Μαρκ Ρούτε.

Την Τρίτη ο κ.Μητσοτάκης είχε συνάντηση εργασίας στην Αθήνα με τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκο Αναστασιάδη ενόψει της κοινής γραμμής που θα ακολουθηθεί στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στον απόηχο των κλιμακούμενων απειλών της Τουρκίας με την συνδιαχείριση στα ενεργειακά κοιτάσματα της κυπριακής ΑΟΖ που απαιτεί με παράνομες ενέργειες αλλά και για το μεταναστευτικό – προσφυγικό που αρχίζει να πιέζει και την Κύπρο.

Ο Ερντογάν

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Στέλιος Πέτσας επιβεβαίωσε και επίσημα, χθες, ταυτόχρονα με την Άγκυρα, ότι το τετ α τετ Μητσοτάκη – Ερντογάν κλείστηκε. Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στη συνέντευξη του στη ΔΕΘ δήλωσε ότι «παρά την ένταση, πρόθεσή του είναι πάντα να συνομιλεί με τον κ.Ερντογάν. «Μόνο όταν συνομιλείς μπορείς να παρουσιάζεις με αυτοπεποίθηση, με σιγουριά, τις θέσεις της Πατρίδας σου, ώστε να μπορείς να εκτονώνεις την ένταση και να βρίσκεις τελικά λύσεις οι οποίες θα είναι αμοιβαία αποδεκτές» δήλωσε.

Η ατζέντα δεν έχει διαμορφωθεί πλήρως. «Η κυβέρνηση είναι πάντα ανοιχτή στη συζήτηση για το Κυπριακό και ανοιχτή στον διάλογο» τόνισε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος. Το μήνυμα που έστειλαν Μητσοτάκης – Αναστασιάδης από την Αθήνα είναι ότι η Τουρκία πρέπει να τερματίσει τις παράνομες ενέργειες και να συμβάλει στη δημιουργία του κατάλληλου κλίματος για την επανέναρξη ουσιαστικών διαπραγματεύσεων, που θα οδηγήσουν σε μία βιώσιμη και λειτουργική λύση του Κυπριακού, μία λύση χωρίς εγγυήσεις και ξένα στρατεύματα, στη βάση του διεθνούς δικαίου, των αποφάσεων των Ηνωμένων Εθνών, των αρχών και των κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο πρωθυπουργός διαβεβαίωσε, για άλλη μία φορά, ότι η Ελλάδα στέκεται δίπλα στην Κυπριακή Δημοκρατία.

Τετ α τετ με Ζάεφ

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον θα έχει η πρώτη συνάντηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον πρωθυπουργό της Βόρειας Μακεδονίας Ζόραν Ζάεφ. Η ΝΔ όταν ήταν στην αντιπολίτευση πολέμησε την Συμφωνία των Πρεσπών.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο Βερολίνο, δήλωσε ενώπιον της Άνγκελα Μέρκελ με την οποία συζήτησαν για τα Βαλκάνια ότι η Συμφωνία των Πρεσπών «έχει σοβαρά ελαττώματα, τα οποία όμως μπορούν να αμβλυνθούν μέσω της συνολικής ευρωπαϊκής προοπτικής των Δυτικών Βαλκανίων».

Επανέλαβε όμως αυτό το οποίο τόνιζε και προεκλογικά ότι είναι μία Συμφωνία κυρωμένη από την Ελληνική Βουλή και, κατά συνέπεια, «δεν αλλάζει κατά το δοκούν». «Ούτε η ίδια η Συμφωνία προβλέπει διαδικασίες τροποποίησής της, παρά μόνο έλεγχο της εφαρμογής της» δήλωσε στη ΔΕΘ. «Θα είμαστε πάρα πολύ αυστηροί ως προς την εφαρμογή αυτής της Συμφωνίας που τη θεωρούμε κακή, αλλά τη βρήκαμε, την κληρονομήσαμε».

Το βάρος που θα ρίξει η κυβέρνηση τώρα είναι να κερδίσει το παιχνίδι της επικοινωνίας διεθνώς στηρίζοντας το brand της Μακεδονίας, «αυτό το οποίο αποκαλώ αυθεντική, πραγματική Μακεδονία και όταν ο άλλος ακούει Μακεδονία να σκέφτεται τη Μακεδονία μας, την πραγματική Μακεδονία, την αυθεντική Μακεδονία» όπως είπε ο πρωθυπουργός. Η άμβλυνση των αρνητικών συνεπειών από την αναγνώριση της μακεδονικής γλώσσας και ταυτότητας είναι μια ακόμη βασική στόχευση της κυβέρνησης.

Η συνάντηση είναι κρίσιμη και για τον Ζόραν Ζάεφ. Ο πρωθυπουργός της Βόρειας Μακεδονίας ήταν από τους πρώτους που τηλεφώνησαν στον Κυριάκο Μητσοτάκη να του δώσουν συγχαρητήρια για τη νίκη του στις εκλογές. Τότε δήλωσε στα ΜΜΕ της χώρας του ότι ο νέος πρωθυπουργός είναι «προσεκτικός» με τη Συμφωνία των Πρεσπών και εξέφρασε την επιθυμία να συναντηθούν και να συνεργαστούν προς το συμφέρον και των δύο χωρών.

Ο ΣΥΡΙΖΑ

Η πραγματικότητα είναι ότι με την ψήφιση της Συμφωνίας – έστω και με τον τρόπο που έγινε- ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε ένα τεράστιο δώρο στην κυβέρνηση της ΝΔ. Την γλύτωσε από μια «καυτή πατάτα» για την οποία θα χρειαζόταν να δαπανήσει πολύτιμο διπλωματικό κεφάλαιο καθώς οι πιέσεις του ευρωπαϊκού και αμερικανικού παράγοντα στις οποίες ενέδωσε με μεγάλη ευκολία ο κ.Τσίπρας, θα γίνονταν ακόμη πιο ασφυκτικές στον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη.

Είναι επίσης γεγονός ότι η ΝΔ ως κυβέρνηση έριξε τους τόνους για την Συμφωνία. Ο κ.Μητσοτάκης δεν επανέλαβε μέχρι στιγμής τη προεκλογική θέση του για την άσκηση βέτο στην ενταξιακή πορεία της Βόρειας Μακεδονίας. Άλλωστε είναι τόσα πολλά τα κεφάλαια που τα ίδια τα Σκόπια θα καθυστερήσουν την διαδικασία συμμόρφωσης τους στις ευρωπαικές απαιτήσεις (αλλαγή νομοθεσίας, λειτουργίας Δικαιοσύνης, Ανεξάρτητων Αρχών κλπ).

Μία άλλη πραγματικότητα είναι και το ότι Γαλλία και Ολλανδία δεν είναι το ίδιο ένθερμες με την διεύρυνση των Βαλκανίων όπως το Βερολίνο, οπότε η φυσική ροή των πραγμάτων θα δώσει το στίγμα των επόμενων κινήσεων.

Κάποιοι μέσα στη ΝΔ δεν είναι ιδιαίτερα ευχαριστημένοι αλλά θα αντιδράσουν εφόσον η κυβέρνηση κάνει τα στραβά μάτια σε τυχόν προκλήσεις της Βόρειας Μακεδονίας κάτι που αποκλείει κατηγορηματικά το Μαξίμου.

Ο Ράμα

Ο στρατηγικός στόχος της νέας κυβέρνησης είναι να μετατραπεί η Ελλάδα σε αναπτυξιακή και σταθεροποιητική δύναμη των Βαλκανίων. Στη Νέα Υόρκη ο κ.Μητσοτάκης θα έχει συνάντηση και με τον Έντι Ράμα. «Η μόνη αναγνωρισμένη εθνική μειονότητα υπάρχει στην Αλβανία και είναι η ελληνική» δήλωσε στη ΔΕΘ. «Από εκεί και πέρα τα ζητήματα της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων συνολικά αποτελούν μια εξαιρετικά κρίσιμη παράμετρο για την ενταξιακή διαδικασία όλων των χωρών των δυτικών Βαλκανίων» συνέχισε. «Αυτό αφορά σε όλους τους βόρειους γείτονές μας. Και κατά συνέπεια στα ζητήματα αυτά η Ευρώπη συνολικά, όχι η Ελλάδα, δεν πιστεύω ότι πρόκειται να δεχθεί οποιαδήποτε έκπτωση.»