Μήνυμα ότι ισχύει η θέση «τέλος των προκλήσεων, αρχή των συζητήσεων», έστειλε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης μετά την συνάντηση με τον πρόδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Σαρλ Μισέλ, στο Μέγαρο Μαξίμου

«Εφόσον έχουμε απτά δείγματα γραφής και αυτά συνεχιστούν είμαστε έτοιμοι να επανεκκινήσουμε άμεσα διερευνητικές επαφές με την Τουρκία σχετικά με τη μία μείζονα διαφορά την οποία έχουμε: Την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών, ΑΟΖ δηλαδή, Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο», τόνισε ο κ. Μητσοτάκη και πρόσθεσε: «Γιατί θυμίζω ότι μέχρι να υπάρξει οριστική οριοθέτηση με συμφωνία των δύο μερών ή με απόφαση του διεθνούς δικαστηρίου, το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας απαγορεύει μονομερείς ενέργειες. Συνεπώς, ο καλόπιστος διάλογος με βάση το Διεθνές Δίκαιο πρέπει να είναι ο μόνος δρόμος. Και σε αυτόν είναι προσηλωμένη η Ελλάδα».

Ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι «η Τουρκία έχει χρόνο ακόμα, πριν και μετά την Σύνοδο, να συνεχίσει το πρώτο ενθαρρυντικό βήμα απεμπλοκής από αυτή την κρίση».
Επισήμανε ότι η αποκλιμάκωση στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο «πρέπει να έχει συνέπεια και συνέχεια γιατί μόνο έτσι θα δημιουργηθεί το απαραίτητο πρόσφορο έδαφος για να καρποφορήσει ο διάλογος στον οποίο η Ελλάδα είναι πάντα ανοιχτή».

«Η βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων περνά όχι μόνο από την αλλαγή της στάσης της Άγκυρας έναντι της Ελλάδας και της Κύπρου, αλλά και έναντι άλλων κρατών-μελών που μπήκαν στο στόχαστρό της, λεκτικό ή και πραγματικό.Γιατί δεν γίνεται να διακηρύττεις ότι διαβουλεύεσαι και ταυτόχρονα να επιβουλεύεσαι. Ούτε να λες ότι συνομιλείς, ενώ απειλείς. Ο αμοιβαίος σεβασμός αλλά και η αμοιβαία εμπιστοσύνη είναι στοιχειώδης προϋπόθεση για την ανάπτυξη σχέσεων καλής γειτονίας», πρόσθεσε.

Σε σχέση με τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, υπογράμμισε ότι «τους τελευταίους μήνες η Τουρκία απειλεί τη σταθερότητα, αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας και της Κύπρου», σημείωσε ότι «η Μεσόγειος, mare nostrum, αποτελεί ζωτικό χώρο ασφάλειας για όλη την Ευρώπη» και τόνισε ότι «η στήριξη στην Ελλάδα και στην Κύπρο δεν αποτελεί απλά μία αυτονόητη έκφραση αλληλεγγύης, αλλά μια ρητή αναγνώριση ότι εδώ διακυβεύονται πια στρατηγικά, γεωπολιτικά συμφέροντα της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

«Συνεπώς, οι όποιες εξελίξεις, αρνητικές ή θετικές, εύχομαι ειλικρινά, όλοι ευχόμαστε να είναι θετικές, στη συμπεριφορά της Αγκύρας απέναντι σε κράτη-μέλη της ΕΕ θα έχουν προφανώς και ανάλογο αντίκτυπο στις ευρωτουρκικές σχέσεις. Το πλαίσιο των επιπτώσεων σε περίπτωση επιδείνωσης των σχέσεων έχει, εξάλλου, ήδη αποσαφηνιστεί», πρόσθεσε ο κ. Μητσοτάκης, διαμηνύοντας ότι «και στο ζήτημα αυτό έχει έρθει η ώρα για πράξεις κι όχι για λόγια».» Είναι τα λόγια, άλλωστε, που εύκολα γίνονται συνθήματα, αιχμαλωτίζοντας προθέσεις και φέρνοντας συχνά αχρείαστες εντάσεις», σχολίασε.
«Έχουμε μία ευκαιρία μπροστά μας και εναπόκειται σε όλους αυτή να μην πάει χαμένη», κατέληξε ο πρωθυπουργός.

Σε ότι αφορά το μεταναστευτικό υπογράμμισε ότι όσα συμβαίνουν στη Λέσβο δείχνουν πόσο σύνθετο είναι αυτό το πολύχρονο πρόβλημα όταν επιβαρύνεται και από μία τεράστια δοκιμασία όπως αυτή της πανδημίας «γιατί ας μην ξεχνάμε- όπως είπε- ότι τα τελευταία δυσάρεστα συμβάντα στη Μόρια ξεκίνησαν όταν κάποιοι μετανάστες αρνήθηκαν να ελεγχθούν μετά την εμφάνιση κάποιων πρώτων κρουσμάτων κορονοϊού».

Χαρακτήρισε θλιβερά τα γεγονότα, τόνισε την γρήγορη επέμβαση των αρχών με την οποία «απετράπησαν απώλειες, τραυματισμοί», επισήμανε ότι»εκατοντάδες ασυνόδευτα προσφυγόπουλα έχουν απομακρυνθεί από το νησί, όλοι οι ευπαθείς προστατεύονται και μέσα σε λίγες μέρες οργανώθηκε ήδη ένα νέο προσωρινό κέντρο υποδοχής, με συνθήκες πολύ-πολύ καλύτερες από αυτές που επικρατούσαν στη Μόρια», ενώ επανέλαβε ότι η χώρα σηκώνει ενα δυσβάσταχτο βάρος στο κοινό μας πρόβλημα.

«Είναι ώρα, αυτή η ευρωπαϊκή συμπαράσταση να περάσει από τα λόγια στα έργα, να μεταφραστεί με άλλα λόγια σε χειροπιαστή αλληλεγγύη. Ώστε, να πετύχουμε, επιτέλους, εκεί που, είχαμε νομίζω το θάρρος ως Ευρώπη να ομολογήσουμε ότι στο παρελθόν έχουμε αποτύχει», συμπλήρωσε.

«Η διαχείριση μιας τέτοιας πρόκλησης δεν μπορεί να επαφίεται μόνο σε χώρες πρώτης υποδοχής, στα εξωτερικά σύνορα της Ευρώπης. Χρειάζεται μία νέα πολιτική μετανάστευσης, ταυτοποίησης, παροχής ασύλου, μετεγκαταστάσεων, επιστροφών», πρόσθεσε, σημειώνοντας οτι η χώρα μας περιμένει με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το κοινό σύμφωνο για τη μετανάστευση και το άσυλο, που θα δοθούν στη δημοσιότητα στις 23 Σεπτεμβρίου.

«Πάνω απ’ όλα, το συμπέρασμα της Λέσβου είναι ότι το Μεταναστευτικό, χρειάζεται μια ευρωπαϊκή απάντηση», συνέχισε, ενώ επανέλαβε ότι «η Μόρια ανήκει πια στο παρελθόν και πρέπει να περάσουμε από τη Μόρια στην ίδρυση και τη λειτουργία ενός σύγχρονου Κέντρου Υποδοχής και Ταυτοποίησης σε άλλη περιοχή, όπως ήδη έχουμε αρχίσει και κάνουμε». «Μία νέα δομή στην οποία πρέπει να κυματίζουν μαζί η ευρωπαϊκή και η ελληνική σημαία και να γίνει πράξη η ευρωπαϊκή συνευθύνη όχι μόνο στην κατασκευή του αλλά και στη λειτουργία του, με βάση τις αρχές του κοινού πολιτισμού μας και του Κράτους Δικαίου», κατέληξε.

Ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου επιβεβαίωσε ότι για την ΕΕ υπάρχει το ζήτημα της ασφάλειας και της σταθερότητας στην Μεσόγειο και κυρίως στην Ανατολική Μεσόγειο και τόνισε ότι «δεν είναι μόνο υπόθεση της Ελλάδας και της Κύπρου, είναι ζήτημα της ΕΕ εν συνόλω».

Εξέφρασε την ευρωπαϊκή αληλλεγγύη και τόνισε ότι πρέπει να εργαστούμε μαζί, με εποικοδομητικό τρόπο, για να προοδεύσουμε, με διπλό στόχο. Από την μία πρέπει να είμαστα σταθεροί και αυστηροί ώστε να γίνονται σεβαστές οι αρχές που είναι σημαντικές για εμάς και από την άλλη πλευρά να δείξουμε ότι μια ατζεντα θετική είναι εφικτή εφόσον υπάρχει μια κοινή βούληση να γίνουν σεβαστές οι αρχές αυτές.
Όσον αφορά το μεταναστευτικό, ο κ. Μισέλ, ο οποίος μεταβαίνει το απόγευμα στην Λέσβο, υπογράμμισε ότι συνιστά πρόκληση για την ΕΕ και όχι μόνο για τα κράτη μέλη που βρίσκονται στην πρωτη γραμμή και επισήμανε ότι πρέπει να βρύμε κοινή ευρωπαϊκή απάντηση.