Ὅταν τὶς νύχτες τριγυρνῶ στὴ μοναξιά μου,
ψάχνω μέσ᾿ σὲ χιλιάδες πρόσωπα νὰ βρῶ
ἐκεῖνο τὸ τρεμούλιασμα στὴν ἄκρη τοῦ ματιοῦ σου.

Ἂν ἔστω κι ἕνας μόνο ἀπηχοῦσε
κάτι ἀπ᾿ τὴ δική σου ὀμορφιά,
θὰ τοῦ ῾λεγα: -«Λοιπόν, τί περιμένεις;
μὲ τὰ καρφιὰ τῶν παπουτσιῶν σου κάρφωσέ με».

καὶ δὲ θὰ καρτεροῦσα πιὰ γλυκὸ φιλὶ
οὔτε μία τρυφερὴ περίπτυξη.


Ο τελευταίος μεγάλος ποιητής, ο μονίμως εγκατεστημένος στη Θεσσαλονίκη, έφυγε στις 11 Αυγούστου, σε ηλικία 89 ετών -είχε γεννηθεί τον Μάρτιο του 1931. Και όπως σίγουρα θα δεχόταν ακόμα και ο ίδιος που αφόριζε τα κλισέ: αφήνει ένα κενό δυσαναπλήρωτο.

Πάντα μια γάτα πλάι του. Κομψός, πάντα με γραβάτα στα μετεφηβικά του χρόνια.
Εγραφε ποίηση από την εφηβεία. Μικρά σημειωματάρια, περιθώριο εφημερίδων, το πίσω μέρος του πακέτου με τα τσιγάρα. Στιχάκια παντού, με το βλέμμα να ζωηρεύει στο πέρασμα των σωμάτων, στο κάψιμο της ασφάλτου, στην υγρασία του Θερμαϊκού, στις σελίδες των βιβλίων που αναμετρήθηκε μαζί τους, στους στίχους των ρεμπέτικων που δεν αγάπησε απλώς αλλά μελέτησε σε βάθος. Ηταν ποιητής ακόμα και μπροστά στην κάλπη, αφού έγραψε μια φορά πάνω στο λευκό ψηφοδέλτιο τον στίχο του Καβάφη «Ολοι των βλάπτουν εξίσου την Ελλάδα». Αντιπαθούσε βαθιά την ιδιότητα του πολιτικού, αν και δεν έκρυβε ότι είχε φίλους που ήταν στην πολιτική -ο Γιώργος Παπανδρέου ήταν ένας από αυτούς. Δεν ψήφισε ποτέ κανέναν. Μόνο άκυρο και λευκό. Για να μπορεί να τους περιγελά και να τους αποδομεί κατά πώς ήθελε. Πάντα όμως, σε κάθε αναμέτρηση πήγαινε στην κάλπη.

Το πραγματικό του όνομα ήταν Κωνσταντίνος Δημητριάδης. Το άλλαξε σε Χριστιανόπουλος στην εφηβεία, όταν έστειλε κάποια ποιήματα σε ένα περιοδικό εφηβικό με τον τίτλο «Ελληνόπουλο». Αυτός ο αθυρόστομος, ο ρηξικέλευθος, ο μετα-Καβαφικός ποιητής που έβαλε την ομοφυλοφιλία χωρίς ερμητισμούς ούτε παραδοξότητες στο κέντρο της ποίησης και άνοιξε δρόμους στα ελληνικά γράμματα, επέλεξε το Χριστιανόπουλος ως όνομα και ταυτότητα. Βλέπετε, πήγαινε Κατηχητικό από 9 έως 21 ετών αρχικά εξαιτίας πίεσης της μητέρας του -αδιανόητη στη σύλληψή της η εικόνα αυτή. Ελεγε στο περιοδικό Schooligans ότι στην Κατοχή έμπαινε ψωμί στο σπίτι των προσφύγων γονιών του χάρη στο Κατηχητικό. «Σώθηκα χάρη στα συσσίτια του κατηχητικού. O αρχιμανδρίτης Λεωνίδας Παρασκευόπουλος ήξερε την κατάστασή μου και με έβαλε από τους πρώτους που θα τρώγανε στα συσσίτια. Καταλαβαίνεις λοιπόν; Οταν εγώ χρωστούσα τη ζωή μου στο κατηχητικό, δεν μπορούσα να μην είμαι και του κατηχητικού. Ηταν θέμα φιλοτιμίας».

Η πρώτη του ποιητική συλλογή εκδόθηκε το 1950. «Εποχή ισχνών αγελάδων» και ο τίτλος αποκτά γρήγορα τη δική του ζωή. Εκδιώχθηκε από το Κατηχητικό, διότι δεν υπέβαλλε τα ποιήματά του για έγκριση. Μάλιστα σε ένα από αυτά έβαζε μιαν αγία να ερωτεύεται έναν άγιο λίγο πριν τους αποκεφαλίσουν. Σ’ ένα άλλο ποίημά του μιλούσε για τον… Αυνάν! Aκόμα και η Ασφάλεια τον ανέκρινε και τον φοβέρισε. Ηταν λες και όλη αυτή η πίεση, η λογοκρισία, η τάση να τον φιμώσουν, τον έκαναν να αφεθεί απολύτως ελεύθερος να γίνει ο Ντίνος Χριστιανόπουλος.

Η τελευταία του συλλογή εκδόθηκε το 2011 και ήταν το «Παράξενο, πού βρίσκει το κουράγιο κι ανθίζει». Θεωρούσε τον Καβάφη τον μεγαλύτερο ποιητή της Ελλάδας, έλεγε ότι Σεφέρης και Ελύτης ήταν καπάτσοι που εξασφάλισαν τα Νόμπελ. Οι κυρίαρχες εικόνες του έχουν μέσα πάντα ένα τσιγάρο με τη στάχτη να μακραίνει, έναν αναπτήρα στη χούφτα και γάτες να πατούν στο κρεβάτι, στις σελίδες με τα ποιήματά του, να τον εξουσιάζουν. Αγαπούσε να παραφράζει λέξεις παραπέμποντας στην κάβλα: Το Καβλύκειο, Καβλημέρα κ.ο.κ. Eρωτεύθηκε 12 φορές, μια φορά μόνο έκοψε το μουστάκι για χάρη ενός εραστή, είπε δυο φορές το «σ’ αγαπώ στη ζωή του». Αρπαζε από τα μούτρα τους δημοσιογράφους που τολμούσαν να τον ρωτήσουν για αυτούς τους έρωτες – την έπαθε έτσι και ο Σταύρος Θεοδωράκης, στον οποίο έδωσε μια συνέντευξη πινγκ πόνγκ όπου και είπε μεταξύ άλλων: «Στον καιρό μου βολτάρισα όσο χρειαζόταν. Εκανα ό,τι έκανα και τώρα τελείωσα. Τώρα περιμένω να πεθάνω. Κι αν δεν πεθάνω μόλις φύγετε, πάντως είμαι περίπου στα τελευταία μου. Δεν βαριέσαι. Το θέμα είναι με όλα τα συν και πλην, με όλες τις απαρέσκειες, τις δυσφορίες μου. Περάσαμε καλά; Χαρήκατε τη συνέντευξη; Αν τη χαρήκατε, έχετε ένα κέρδος.»