Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, «η συμφωνία αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική διευθέτησης διμερών εκκρεμοτήτων, οικοδόμησης συμμαχιών με τρίτους με τρόπο που προωθεί τα εθνικά συμφέροντα, στη βάση του σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου. Είναι μια ισορροπημένη συμφωνία.

Είναι απολύτως σύμφωνη με το δίκαιο της θάλασσας όπως έχει εφαρμοσθεί σε πρακτική και σε νομολογία. Επιβεβαιώνεται πανηγυρικά η πάγια θέση μας ότι τα νησιά έχουν κυριαρχικά δικαιώματα υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Κατοχυρώνεται η επήρεια των νησιών μας σε θαλάσσιες ζώνες».

Στις διαπραγματεύσεις για τη συμφωνία, βασικά κριτήρια αποτέλεσαν οι πρόνοιες του Δικαίου της Θάλασσας και κυρίως το δικαίωμα των νησιών σε θαλάσσιες ζώνες

Οι ίδιες πηγές τονίζουν ότι «το μήνυμα προς πάσα κατεύθυνση είναι πως η Ελλάδα δεν κάνει παράνομες συμφωνίες, ούτε εξαναγκάζει άλλες χώρες σε λεόντειες συμφωνίες. Διαπραγματεύεται και προβαίνει σε οριοθετήσεις με βάση το δίκαιο της θάλασσας και η ορθότητα της πολιτικής μας έναντι παράνομων ενεργειών, όπως το τουρκολιβυκό μνημόνιο, αποδεικνύεται από το ότι το Κάιρο οριοθέτησε με την Ελλάδα, παρά τις μάταιες προσπάθειες της Τουρκίας να πλειοδοτήσει προσφέροντας στην Αίγυπτο μεγαλύτερη ΑΟΖ».

Από κάθε άποψη είναι μία μεγάλη εθνική επιτυχία που έρχεται μετά την συμφωνία με την Ιταλία και κλείνει μία περίοδο αδράνειας και δισταγμών στην εξωτερική πολιτική.
Η χώρα μας αυξάνει σημαντικά το κυριαρχικό της αποτύπωμα και κατοχυρώνει τα κυριαρχικά της δικαιώματα και τη δικαιοδοσία της.
Η χώρα υλοποιεί μια στρατηγική εθνικής ολοκλήρωσης κατοχυρώνοντας τον απόλυτο σεβασμό του διεθνούς δικαίου και της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών στην ανατολική Μεσόγειο.
Η χώρα δημιουργεί στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου ένα κεκτημένο που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κανέναν. Δρέπει τους καρπούς (στην πράξη και όχι στα λόγια) μιας πολιτικής αρχών που στηρίζεται στη συνεργασία και το Διεθνές Δίκαιο.
Είναι μία συμφωνία μεταξύ χωρών που δεν αμφισβητούν η μία τα δικαιώματα της άλλης, δεν εκβιάζουν, δεν απειλούν.