Γράφει ο Οδυσσέας Μόναχος

Ερωτηματικά προκαλεί η στάση διαφόρων πολιτικών φορέων και προσώπων που επιχειρούν να αποδώσουν κατηγορίες στη σημερινή κυβέρνηση για το ότι στους 14 μήνες της θητείας της δεν άλλαξε τον Ποινικό Κώδικα ώστε να καταδικαστούν με μεγαλύτερες ποινές τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης της Χρυσής Αυγής


Όσοι μιλούν γύρω από το συγκεκριμένο θέμα θα έπρεπε να γνωρίζουν ότι υπάρχει η αρχή του Ποινικού Δικαίου μας, που λέει ότι όταν είναι σε εξέλιξη μια ποινική δίκη, αυτή θα καταληφθεί από το ευνοϊκότερο καθεστώς. Δηλαδή ακόμα και αν είχε αλλάξει ο Ποινικός Κώδικας και ο νέος προέβλεπε βαρύτερες ποινές για τους κατηγορουμένους, αυτοί θα δικάζοντο με τον ευνοϊκότερο γι’ αυτούς Ποινικό Κώδικα επειδή η δίκη βρίσκεται σε εξέλιξη.

Η υποκρισία λοιπόν, όσων αναπτύσσουν τέτοιου είδους επιχειρήματα, ξεχειλίζει αφού τα μέλη της Χρυσής Αυγής ό,τι κι αν είχε ψηφίσει η κυβέρνηση της ΝΔ, θα κρίνονταν με τις διατάξεις που ψηφίστηκαν επί ΣΥΡΙΖΑ.

Για την ιστορία πάντως να πούμε ότι σε ανακοίνωσή της η ΝΔ τον Μάρτιο του 2019, χαρακτήριζε  είναι απαράδεκτες τις αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα που έκανε στο συγκεκριμένο θέμα η τότε κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και την καλούσε να την ανακαλέσει, επισημαίνοντας μάλιστα ότι ευνοούσε ευθέως τη Χρυσή Αυγή.

Αργότερα, τον Ιούνιο του 2019, πάρα πολλά δημοσιεύματα της εποχής, είχαν αναδείξει το γεγονός ότι η τροποποίηση την οποία έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ, πράγματι θα έριχνε στα μαλακά τη Χρυσή Αυγή. Κάτι το οποίο και τελικά συνέβη…

Ωστόσο η υπόθεση της «Χρυσής Αυγής» έφερε στην επιφάνεια την υπόθεση των πολιτικών δικαιωμάτων καταδικασθέντων για εγκληματικές πράξεις.

Η υπόθεση όμως είναι ιδιαίτερα σοβαρή για να μπορεί να αντιμετωπισθεί με μια τροπολογία φτιαγμένη στο «πόδι». Γιατί η τροπολογία «Ραγκούση» ήταν κυριολεκτικά στο πόδι, αφού εκ των πραγμάτων ήταν αντισυνταγματική μιας και προέβλεπε αναδρομική ισχύ νόμου, για έγκλημα που είχε διαπραχθεί προ επταετίας.

Οι κοινοβουλευτικές δυνάμεις οφείλουν με σοβαρότητα και ευθύνη απέναντι στους θεσμούς θα μελετήσουν την οριστική απόφαση για τη Χρυσή Αυγή όταν εκδοθεί και να  προβούν σε όλες τις αναγκαίες νομοθετικές παρεμβάσεις για να διασφαλιστεί η κατά το δυνατόν απομόνωση της Χρυσής Αυγής και των στελεχών της, στην περίπτωση που θελήσουν να διεκδικήσουν και πάλι την ψήφο του ελληνικού λαού.

Κάθε άλλη προσέγγιση είναι πρόχειρη και αποσπασματική, αποσκοπεί δε μόνο στο να αποσείσει ευθύνες για σημαντικά λάθη που έγιναν στο παρελθόν και απομείωσαν την ποινική ευθύνη των μελών της Χρυσής Αυγής και για να δημιουργήσει επικοινωνιακού τύπου, εντυπώσεις.

Η κυβέρνηση φαίνεται ότι αντιμετωπίζει με σοβαρότητα τα ζήτημα και θέλει να λάβει αποφάσεις σε ψυχρό χρόνο και όχι εν θερμώ.

Σε αυτήν την περίπτωση καλό είναι να επιδιώξει τη μέγιστη δυνατή συναίνεση με τις λοιπές πολιτικές δυνάμεις γιατί ενωτικά πρέπει να αντιμετωπίζεται κάθε απειλή στη δημοκρατία. Και η παρουσία της Χρυσής Αυγής στις επόμενες εκλογές, με οποιοδήποτε όνομα ή ταυτότητα, σίγουρα αποτελεί απειλή για την κοινοβουλευτική δημοκρατία μας και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπισθεί.

Είναι σαφές ότι η κοινοβουλευτική δημοκρατία χρειάζεται κάτι περισσότερο από την στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων στα μέλη της «Χρυσής Αυγής». Και αυτό είναι ενημερωμένοι και υπεύθυνοι πολίτες.

Αλλά το ερώτημα παραμένει, μα γιατί κατέθεσε αντισυνταγματική τροπολογία ο Ραγκούσης;